διανθίζω

διανθίζω
μετ.
1) украшать цветами; 2) украшать (драгоценными камнями, вышивкой и т. п.); 3) приукрашивать (речь)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "διανθίζω" в других словарях:

  • διανθίζω — adorn with flowers pres subj act 1st sg διανθίζω adorn with flowers pres ind act 1st sg διανθίζω adorn with flowers pres subj act 1st sg διανθίζω adorn with flowers pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανθίζω — διανθίζω, διάνθισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διανθίζω — (AM διανθίζω) 1. ανθοστολίζω, διακοσμώ με άνθη 2. διακοσμώ με κεντήματα, δαντέλες ή πολύτιμους λίθους 3. εμπλουτίζω τον λόγο με εντυπωσιακές εκφράσεις, ρητορικά σχήματα ή παραθέματα από άλλους συγγραφείς, γνωμικά, παροιμίες κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • διανθίζω — διάνθισα, διανθισμένος, εξωραΐζω, διακοσμώ κάτι: Πάντα διανθίζει τις περιγραφές του με πολλά επίθετα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διηνθισμένα — διανθίζω adorn with flowers perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic aeolic) διηνθισμένᾱ , διανθίζω adorn with flowers perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic epic doric ionic aeolic) διηνθισμένᾱ , διανθίζω adorn with flowers… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανθιζομένους — διανθίζω adorn with flowers pres part mp masc acc pl διανθίζω adorn with flowers pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανθιζόμενοι — διανθίζω adorn with flowers pres part mp masc nom/voc pl διανθίζω adorn with flowers pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανθίζουσα — διανθίζω adorn with flowers pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) διανθίζω adorn with flowers pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηνθισμέναι — διανθίζω adorn with flowers perf part mp fem nom/voc pl (attic epic doric ionic aeolic) διηνθισμένᾱͅ , διανθίζω adorn with flowers perf part mp fem dat sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηνθισμένον — διανθίζω adorn with flowers perf part mp masc acc sg (attic epic doric ionic aeolic) διανθίζω adorn with flowers perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηνθισμένων — διανθίζω adorn with flowers perf part mp fem gen pl (attic epic doric ionic aeolic) διανθίζω adorn with flowers perf part mp masc/neut gen pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»